Μάνος Χατζιδάκις: Συνέντευξη στον Ταχυδρόμο Αιγύπτου – 1960

Βάζω πολλή δύναμη, πολλή καρδιά, όλη μου την ψυχή ανάμεσα στις νότες και στους στίχους μου γιατί αγαπώ τον άνθρωπο, τον βιοπαλαιστή, τον φτωχό! Αυτόν έχω στο μυαλό μου όταν γράφω τη μουσική ή τους στίχους! Απλά πράγματα, ένα ποτήρι κρύο νερό, μια δροσερή αυλή και γύρω ένα κλωνάρι γιασεμί, μια γλάστρα βασιλικό!

Νέος είναι, 33 χρονών ο Χατζιδάκις. Παχύς και στο ανάστημα μέτριος. Το δέρμα του είναι σκούρο και μελαχρινό και κατάμαυρα τα μάτια του. Γλυκιά και απαλή η φωνή του, πειθαρχημένη κυλά και βγαίνει απ΄τα χείλη του, μα όταν υποστηρίζει κάτι, όταν υπογραμμίζει μία φράση, γίνεται σκληρή, βαριά σαν χτύπος καμπάνας και τα μάτια του πετούν αστραπές σαν το ατσάλι! Για έναν που ξέρει να βλέπει, ο Χατζιδάκις, συμπληρώνει τον τέλειο χαρακτήρα του Κρητικού!

– Γεννήθηκα στην Ξάνθη! λέει ο ίδιος. Μα η Κρήτη κυκλοφορεί μέσα στο αίμα μου! Ακούω τις φωνές της, νοιώθω το πέλαγος να δέρνεται και να βογγά στα βράχια της, μυρίζομαι το χώμα της, τα περιβόλια της, χυμά ολοένα η ψυχή μου απάνω της να ρουφήξει δύναμη και ομορφιά…

Ο πατέρας του Χατζιδάκι, ανήσυχη ψυχή σαν όλους τους Κρητικούς, ξεκίνησε μια μέρα να πραγματοποιήσει ένα όνειρο. Να πλουτίσει εμπορευόμενος καπνά! Καλή η εποχή, έξυπνος έμπορος ήταν, είχε πείσμα και καρδιά και περίσσεια περηφάνια, δεν μπορούσε παρά να κερδίσει στην πάλη με τη ζωή. Τι Κρητικός ήταν; Οι άνθρωποι τον θαύμαζαν, τον αγαπούσαν, ήταν μεγάλη η καρδιά του και το μυαλό του σπίθιζε. Γέννησε κι η γυναίκα του, του ‘δωσε αγόρι, το βάφτισαν, μπήκε στους Χατζιδάκιδες, ένας Μανώλης ακόμη!

– Να πω πως τον ζήλεψε ο Χάρος; Πως πέρασε κάποια φορά έξω από το σπίτι μας, άκουσε το κακαριστό γέλιο του, έσκυψε και είδε την ευτυχία μας και μπήκε; Η συμφορά έπεσε απροσδόκητα, γκρέμισε το σπίτι μας, κι εμείς, η μητέρα μου κι εγώ, μια σταλιά παιδί, θάψαμε τον πατέρα μου, τα μαζέψαμε και ήρθαμε στην Αθήνα… Το χρυσό όνειρο είχε τελειώσει, η ζωή δεν ήταν τόσο ρόδινη όσο την ξέραμε ως τότε. Η βιοπάλη άρχιζε. Δούλευα και σπούδαζα, κι οι δυσκολίες με πεισμάτωσαν! Τούτα τα προσόντα του Κρητικού, δεν τα ήξερα ποτέ. Κυνηγούσα τα δύσκολα, τα παραπάνω από μένα και τις δυνάμεις μου. Χιλιάδες πρόγονοι που βλάστησαν και τάφηκαν στα χώματα της Κρήτης, ξυπνούσαν μέσα μου και φώναζαν. Δεν ξεκαθάριζα τις πεθυμιές τους, δεν είχα ο ίδιος κατασταλάξει πάνω στη γη, δεν μπορούσα ακόμη να δω και να ξεχωρίσω τους δρόμους…

Μεγάλη η γενιά των Χατζιδάκιδων στην Κρήτη, απλώνεται και πιάνει το νησί από τις τέσσερις άκρες του! Κισσαμίτες, Σφακιανοί, Αποκορωνιώτες, Ρεθυμνιώτες, Καστρινοί, Μεραμπελιώτες και Γεραπετρίτες, πλούσιοι, φτωχοί, επιστήμονες, στρατιωτικοί. Μια φλέβα που κόπηκε με τον καιρό κομμάτια-κομμάτια κι άλλη θέλουν το «άκης» με «ήττα» κι άλλοι με «γιώτα» να χωρίζουν μεταξύ τους!

– Δeκαπέντε χρονών, κατέβηκα στην Κρήτη, κάθισα καιρό, εντύθηκε η ψυχή μου με τα χρώματά της… Μελέτησα τους ανθρώπους της, το φως της, ένοιωσα τη φοβερή δύναμη αφομοιώσεως που έχει σ’ αυτούς που πρωτοστατούν επάνω της, δέθηκα οριστικά μαζί της! Από παιδί μ’ άρεσε η μουσική, με είχαν μάθει κι έπαιζα πιάνο, μα μόνο σαν πάτησα στην Κρήτη η ψυχή μου κατάλαβε το νόημά της. Άρχισα να συνθέτω, να δημιουργώ, παράξενα συναισθήματα με πλημμύριζαν. Ένα θαύμα είχε γίνει μέσα μου…

– Μεγάλη είναι η Κρήτη, έχει Χατζιδάκιδες πολλούς. Ποια η δική σας φύτρα;

– Ηρακλειώτης! Καστρινός, όπως συνηθίζουν να τους λένε, επειδή παλιά, Μεγάλο Κάστρο, έλεγαν το Ηράκλειο. Το δικό μας σόι, έχει πολλούς επιστήμονες και καθηγητές. Ανθρώπους που ασχολιούνται με την λογοτεχνία και την ποίηση. Απ΄ότι έμαθα, δεν είχαμε άλλον μουσικό.

ΕΜΠΝΕΥΣΕΙΣ ΚΑΙ ΚΡΗΤΙΚΟ ΠΕΙΣΜΑ!

Για να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα, ευθύς από την αρχή, ο Μάνος Χατζιδάκις είναι αφάνταστα προσγειωμένος! Δεν έχει παραξενιές, δεν μυρίζει… σάπια μήλα για να κατεβάσει ιδέες, ούτε βάζει σε παγωμένο νερό τα πόδια του για να του έρθει έμπνευσις! Είναι απλός και φυσικός άνθρωπος και αντικρίζει τη ζωή γύρω του στις σωστές και φυσικές διαστάσεις της. Κοιμάται ελάχιστες ώρες μα το ξενύχτι του δεν είναι στείρο και αρρωστημένο. Δουλεύει. Δημιουργεί!

Σε κάτι τέτοιες ώρες, τον πέτυχα προχθές τα ξημερώματα. Ήθελε, δεν ήθελε, άφησε το μολύβι, παραμέρισε το πεντάγραμμο και μιλήσαμε. Ήταν ζεστός ακόμη τότε ο καυγάς με τους …παλιούς, και δεν μπόρεσε να μη μιλήσει.

– Δεν ήθελα να πειράξω κανένα, δεν είχα λόγους… Είπα την ιδέα μου, διατύπωσα την γνώμη μου και ξεσηκώθηκε ο κόσμος εναντίον μου! Ο λόγος; Η αφορμή;

– Μα ήταν ανάγκη; Γιατί να γίνει καυγάς;

– Τα είπα και αδιαφορώ! Ξέρω, πώς έχω δίκιο. Κι όταν έχω δίκιο τα βάζω και με το Θεό! Δεν φοβούμαι κανένα!

Τον έβλεπα καθώς μιλούσε και χαιρόμουνα που του έδωσα την αφορμή να θυμώσει, να τρικυμίσει η ψυχή του, να βαρύνει η φωνή του και να πετάξουν μαύρες αστραπές τα μάτια του. Παμπάλαιοι και μακρινοί πρόγονοι, άγριοι βουνήσιοι Κρητικοί, ξυπνούσαν από τα βάθη των αιώνων και μιλούσαν με τη φωνή του!

– Αυτή ήταν η γνώμη μου… Εγώ έπρεπε να την πω. Κι οι άλλοι να την ακούσουν. Με τις φωνές και τις βρισιές δεν γίνεται συζήτηση. Αποτέλεσμα, πώς σώπασαν; Επειδή δεν πίστευαν σ’ αυτά που υποστήριζαν. Κι επειδή εγώ δεν το βάζω εύκολα κάτω!

Ανακάτεψε στο τραπέζι τα χαρτιά, χτύπησε το μολύβι σαν του έφταιγε εκείνο, άναψε τσιγάρο και κοίταξε απ΄το παράθυρο τη νύχτα π΄άρχιζε να χλομιάζει. Σώπασε λίγο, μέρεψε η ψυχή του, ήρθε πάλι και γέμισε την καρδιά του το μεγάλο νησί…

– Κάποια μέρα που θα μπορώ να ζω όπως θέλω, θα τραβήξω κατά κάτω! Θα βρω μια γωνιά στον κρητικό παράδεισο και θα ριζώσω! Άλλος τόπος στον κόσμο δεν υπάρχει. Ζωντανή είναι η Κρήτη, έχει ψυχή, φωνή, φλέβες που τρέχει αίμα ζεστό μέσα τους! Μου το’πε μια φορά ένας γέρος χωρικός πάνω στην ώρα δυνατού σεισμού, μα το κατάλαβα αργότερα. «Μη φοβάσαι, Μανώλη, ζωντανή είναι η Κρήτη μας, κουνιέται!…» Και δεν είναι μόνο ζωντανή. Παρά και μάγισσα!«Ήπιες νερό από τα σπλάχνα της; Πάει, τέλειωσε! Έγινες σκλάβος της αιώνιος!»

«ΔΕΝ ΓΡΑΦΩ ΜΟΝΟ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΔΙΑΒΑΖΩ»

Βλέπω τον πληθωρικό τούτον νέον καλλιτέχνη να μιλεί, και πολλές φορές ξεστρατίζει το μυαλό μου δίχως να το θέλω, σ’ άλλα θέματα, σ’ άλλα σκοτεινά προβλήματα που βασανίζουν την ψυχή του ανθρώπου. Ανάβει και καίγεται καθώς μιλεί, οι φωνές έρχονται από μέσα, αν προσέξεις λίγο μπορεί να βρεις και μια αλλοίωση της φωνής του, μια παράξενη αλλαγή στα χαρακτηριστικά του. Δεν μιλεί αυτός, ξένες είναι οι φωνές κι έρχονται από τα βάθη των αιώνων! Πειρασμοί μεγάλοι που σ΄αναγκάζουν να ρωτήσεις:

– Τι ξέρεις για το νησί και τους ανθρώπους του;

– Διαβάζω! Διαβάζω την ιστορία του, όχι την τωρινή, την γεμάτη αίματα και αναστεναγμούς, μα την παλιά…

– Και τι συμπέρασμα βγαίνει;
Γρήγορος ήταν ο διάλογος, στάθηκε και με είδε παραξενεμένος. Χαμογέλασε, πήραν πάλι φόρα τα μάτια του, άνοιξαν θαρρετά, κοίταξαν πέρα τον ουρανό που άσπριζε και η φωνή του κύλησε ανάμεσά μας ήρεμα, καλά στερεωμένη.

– Μελετώντας τα παλιά, καταλήγεις στην μεγάλη αλήθεια. Πως η Κρήτη, δεν έχει αλλάξει στους αιώνες που πέρασαν! Μένει η ίδια, απαράλλαχτη! Η σημερινή ζωή, είναι μια συνέχεια της παλιάς… Οι ίδιοι άνθρωποι που ζούσαν επί Μίνωος, ζουν και τώρα! Πεθαίνουν, θάπτονται, ανασταίνονται, πάλιν οι ίδιοι! Ο κύκλος δεν σταματά. Στα παλιά χρόνια, βρίσκει κανείς τον ίδιο τον σημερινό Κρητικό. Τον άφοβο, που παλεύει με το Χάρο κι όμως κλαίει για την αγάπη του!

Ευκαιρία να ξαναφέρουμε την κουβέντα από την Κρήτη στην Αθήνα, στην έμπνευση και στην καθημερινή δουλειά του καλλιτέχνη.

– Όταν γράφετε μουσική ή στίχους, έχετε την Κρήτη στο μυαλό σας;

– Δεν θυμούμαι… Μα αν ψάχνετε να δείτε αν με επηρεάζει στις εμπνεύσεις μου η Κρήτη, σας λέω όχι! Άλλο καρδιά, άλλο μουσική, άλλο Κρήτη! Διαβάζω πολύ, γράφω κι αν θέλετε ένα μεγάλο μυστικό δικό μου σας λέγω ότι κανένα από τα τραγούδια μου δεν γεννήθηκε χωρίς αγωνία και κόπο!

Ο Χατζιδάκις στέκεται ειλικρινής και περιγράφει τον εαυτό του με φράσεις κοφτές, αντρίκειες. Δεν φοβάται, ξέρει ότι πατεί στέρεα κι ανεβαίνει τον δύσκολο δρόμο…

– Όποιος γράφει μουσική εύκολα, ή δεν γράφει μουσική ή κλέβει! Και πρέπει να το καταλάβουμε μια και καλή. Αρκετά έκλεψαν οι παλαιότεροι κι έφτιαξαν κάθε λογής μουσικά «αριστουργήματα!». Καιρός τώρα να δούμε αν μπορούμε να γράψουμε και τίποτα δικό μας. Ελληνικό, και στην έμπνευση και στη διαπίστωση!

– Εσείς προσπαθείτε;

– Δεν κάνω άλλο από προσπάθειες! Αυτές που μπορώ. Βάζω πολλή δύναμη, πολλή καρδιά, όλη μου την ψυχή ανάμεσα στις νότες και στους στίχους μου γιατί αγαπώ τον άνθρωπο, τον βιοπαλαιστή, τον φτωχό! Αυτόν έχω στο μυαλό μου όταν γράφω τη μουσική ή τους στίχους! Απλά πράγματα, ένα ποτήρι κρύο νερό, μια δροσερή αυλή και γύρω ένα κλωνάρι γιασεμί, μια γλάστρα βασιλικό!… Έχουν επιτυχία τα τραγούδια μου, ακριβώς γιατί μιλούν κατ’ ευθείαν στην καρδιά μας. Μου λένε για το τραγουδάκι μου ο «Υμηττός», πως δεν περιέχουν τίποτε οι στίχοι του, κι όμως ο λαός που το τραγουδά, βρίσκει εκεί που πρέπει το νόημά του και χαίρεται!