Νέα Υόρκη, 3 Φεβρουαρίου 1971

Αγαπητέ μου Αλέκο,
έχω καιρό να πάρω νέα σου. Είναι τρεις μέρες που επέστρεψα από ταξίδι. Δέκα πέντε μέρες μακριά από την Νέα Υόρκη είναι κάποια αναπνοή, μες σ’ αυτό το κάρβουνο που αναγκαστικά εισπνέω καθημερινά. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Το Παρίσι με όλη την επαρχιώτικη ουσία του, σου δίνει ακόμη την ψευδαίσθηση πως η ζωή εξακολουθεί να είναι ελκυστική και όμορφη. Έστω και σαν βιτρίνα της Πλας Βαντόμ.

Ποιά είναι τα σχέδιά σου; Πως πάει το θέατρο; Θα έρθεις σύντομα εδώ στην αφόρητη πόλη μας;
Του λόγου μου, θα παραμείνω ίσαμε το ανέβασμα του έργου μου*, που το υπολογίζω τον Σεπτέμβριο μ’ Οκτώβριο. Ευτυχώς όλα πάνε καλά και δεν έχω προς το παρόν λόγους να ανησυχώ.

Ο τραγικός θάνατος του Γιάννη Χρήστου με συνεκλόνισε. Τελικά είναι ευτυχία που πέθανε και η Σία γιατί πως θα το άντεχε να ζήσει ύστερα απ’ ό,τι έγινε. Δεν μπορώ να το βγάλω από το μυαλό μου. Τι να πει κανείς.

Πως είναι η Παξινού; Πες της πως η αγάπη μου είναι αμείωτη και πως τώρα που έχω δει πολύ θέατρο, ο θαυμασμός μου για την μεγάλη της τέχνη έχει γίνει λατρεία. Και να μη στενοχωριέται που δεν βρίσκεται σ’ αυτό το παζάρι που λέγεται Αμερική. Δεν ξέρω πως ήταν στον καιρό σας, μα τώρα, η χώρα αυτή είναι μια μεγεθυμένη Ελλάδα. Ή μάλλον η Ελλάδα έγινε μια μικρογραφία της σημερινής Αμερικής. Οι Μυράτ, οι Σολωμοί του κόσμου τούτου κουτσουλούν τις σκηνές όλων των θεάτρων της γης. Εξακολουθώ να σέβομαι το θέατρο σαν χώρο ιερό και για αυτό λατρεύω τους αληθινούς ιερείς του. Ο βαθύτατος αναρχισμός μου δεν με οδηγεί μακριά σας, αντίθετα με φέρνει πιο πολύ κοντά σας. Και με απομακρύνει οριστικά από την υποκατάστατη μεγαλοπρέπεια της σημερινής «θεατρικής ιεραρχίας».

Και με την ευκαιρία. Ο Μυράτ γενικός διευθυντής όλων των κρατικών θεάτρων. Τι θλιβερή παρουσία. Και πόσο ταιριαχτός με το σημερινό περιεχόμενο του τόπου μας. Αν υπάρξει περίπτωση να ξαναμιλήσουμε ελληνικά, θα ‘χουμε πολλά να πούμε και για τόσους πολλούς.

Στο Παρίσι συναντήθηκα μ’ έναν πολύ ζωντανό Τσαρούχη και μ’ έναν πολύ ελεύθερο Ελύτη. Οι άλλοι Έλληνες εκεί, ζουν με αθλιότητα την νοσταλγία μιας Ελλάδας που ουδέποτε γνώρισαν γιατί ουδέποτε υπήρξε. Τραγουδώντας ανόητα τραγούδια του Θεοδωράκη δακρύζουν και μου θυμίζουν Λευκορώσους που τραγουδώντας τον Βόλγα, δακρύζαν στην ανάμνηση του Τσάρου Νικόλαου και του Ρασπούτιν. Αυτοί είναι οι λευκοί Έλληνες. Και να σκεφτεί κανείς πως δεν τους χωρίζει καμία απόσταση από το σημερινό καθεστώς. Η νοσταλγία είναι μια πολυτέλεια που απέκτησαν στο Παρίσι μιά και δεν μπορούσαν να αποκτήσουν κάτι διαφορετικό. Made in Paris η ελληνικότητά της.

θα χαρώ να έχω σύντομα νέα σας. Φίλησέ μου την Παξινού και δεχθείτε την αγάπη της μητρός μου Βασιλικής.
Φιλιά

* το έργο που αναφέρεται ο Μάνος Χατζιδάκις είναι “Η όπερα των πέντε” που τελικά δεν ανέβηκε ποτέ.